Epigrammatic cite in the evolution of the Harp

Epigrammatic cite in the evolution of the Harp

The curve of the harp – that in its most early form compares with the hunter’s bow, vibrate human dreams from the prehistoric era and the Middle Ages until today.   It has been associated with the strong connection of the woman and the man, with the shape of the stern of a boat, with the Moon in Eclipse, with the neck of a Swan, the human form curved in with concern and sorrow, with the scythe of death and the spirits of the water.

It is giving voice to our subconscious pathways from this reality into other worlds, either with the dream and the overcoming of this world and its limits, or either of our egos in relation to love.

Historians and music-Therapists report that with its calming undertone and its spiritual correlations, harp was respected as an instrument of healing from many cultures for thousands of years; yet also, with the gradual advance in research and use of music therapy in scientific basis from 1950 approximately and after, till our era, is at present used widely in Europe, America, Australia, and in many parts of the developed world in clinics, hospitals, even as well at the patient’s home.

The harp is attested from 3000 B.C. in Mesopotamia and Egypt in pictorial and sculptural representations.   It has been revealed that there were harps of various sizes and with the sound box in opposite direction-(horn) in Egypt around 1200 B.C.   Ancient harps in general did not have column and obviously their strings were not that tightened in tuning.

A sample of a harp with column was found in the prehistoric Cyclades.   The “Harpist” (CA. 2600 BC), an emblematic marble small statue of this civilization, was found in Keros Island – (Small Cyclades, Greece).

In ancient Greece and in Rome different types of Lyre have been discovered in extensive numbers.    In ancient authors, poets and theorists of music terms: Plato, Pythagoras, Aristotle, Plutarch, Seneca, Nicomachus, and others, the dictionary of Souidas, lyre types answer as: kitharis, barbitos, fórmigx, and chelys.   Further, there are also Polychorda in the unit of Psalm verses: the Kinyra –  a harp that had a sound box in opposite direction – that have always had a large number of strings (up to forty), also the: Phoenix, piktis, magadis, Sambuca, Triangulum, klepsiambos, (s)kindapsos and the enneachordon etc.

The phorminx was the largest of the Lyres, with muted smooth sound and therefore a sound more sensitive than the sound of Kinyras.   The Kinyra, that had origins from Cyprus and the Phoenician region, had a bulkier sound box and was considered barbaric due to the large volume of its sound.    The Greeks believed that the more cultured and sensitive the musical transducer is, so less it seeks tension in music, as an expression element.

In Mesopotamia and the Near East they had horizontal harps – until 600 A.D. and in India up to 800 A.D., as also arc-shaped and angle-shaped harps till the 19th century   in Persia.   In the current context, the harp column connected the front end of the “neck” with that of the sound-box, and must have appeared in Europe in the 9th century A.D.   Its ultimate origin is not certain, but there was mechanical progress in the 10th and 11th century A.D.

The medieval harps had metal strings, and their typical features were the pillars that formed curve outwards, furthermore they were tuned diatonically – (seven sounds to an Octave).   By the 12th century, the Irish and European harps are quite prominent.   

At the end of the 14th century the ‘Gothic’ harp prevailed, with thin “neck” narrower and with thin walls, column and sound-box almost straight.   On the 1500 A.D. and perhaps a bit further back in time, catgut strings were used and were played with the tips of the fingers.  This simple old 16th-century harp is still preserved in folk harps in Latin America that was brought by the Spanish people there.   These harps that have a lighter tension, are in use by the native people in recent times to play lively dance music.

From the 17th century onwards, the harp is gradually enriched with mechanism, in order to obtain chromatic sounds which were required by the changes in the style of Baroque music.  At that time, music instruments’ manufacturers in Austria placed onto the “neck”, near the strings a number of hooks.   Whenever the performer wanted to sharpen the tonal height of a sound by one semitone, they would twist and shorten the string by its appointed hook, with the left hand.   However, with the constant evolution of styles in music, even these harps were considered by the time with limited possibilities.

Thus, and after a wide effort of experimenting by various people, in 1720, Jacob Hochbrucker linked the hooks with a series of levers placed inside the column, (which has since then, been produced hollow) and were controlled by seven pedals that corresponded to the seven notes – (single action Harp, i.e. pressing the pedals, one could sharpen sounds once).   Georges Cousineau in 1750 and Sébastien Érard – (in 1792 and subsequently) – in 1810, added further technical innovations that introduced the later form of the harp (Double action harp, i.e. pressing the pedals we could sharpen sounds in a dual way).

The tonal and technical possibilities of the modern harp, especially its exciting glissanti and its mysterious harmonics, as well as a number of imaginative sound effects, are making harp particularly effective in impressionistic music.  Its extensive, highly melodic repertoire as a solo instrument or in Chamber music formations, subsequently for the Orchestra, is in a great degree much newer and modern.

Roslyn Rensch, The Harp (1950)
W.H. Grattan Flood, The Story of the Harp (1905)
Hortense Panum, Stringed Instruments of the Middle Ages, English edition and review Jeffrey Pulver (1940)
Anthony Baines (ed.), Musical Instruments Through the Ages (1961)
Encyclopedia Papyrus Larousse Britannica (2004 – 2005).
New Oxford History of Music / Volume 1.  Ancient and Oriental Music. Oxford New York / Oxford University Press

H Άρπα.    Σύντομη Αναφορά  στην εξέλιξη και λειτουργία της

Η καμπύλη της άρπας – που στην πιο πρώιμη μορφή της συγκρίνεται με τόξο κυνηγού, δονεί τα ανθρώπινα όνειρα από την προϊστορική εποχή και τον Μεσαίωνα μέχρι και σήμερα. Έχει συσχετιστεί με την ισχυρή σύνδεση της γυναίκας και του άνδρα, με το σχήμα της πρύμνης ενός καραβιού, με την σελήνη σε έκλειψη, με τον λαιμό ενός κύκνου, την μορφή ανθρώπου κυρτωμένου από την έγνοια και την θλίψη, με το δρεπάνι του θανάτου και των πνευμάτων των νερών. Δίνει φωνή στις υποσυνείδητες διαβάσεις μας από αυτήν την πραγματικότητα σε άλλους κόσμους, είτε με το όνειρο και την υπέρβαση αυτού του κόσμου και των ορίων του, είτε του Εγώ μας με τον έρωτα.

Οι Ιστορικοί και οι Μουσικοί – Θεραπευτές αναφέρουν ότι με την κατευναστική της χροιά και τις πνευματικές συσχετίσεις της, ήταν σεβαστή ως όργανο θεραπείας από πολλούς πολιτισμούς για χιλιάδες χρονια, αλλά και με την σταδιακή ερεύνα και χρήση της μουσικής θεραπείας σε επιστημονική βάση από το 1950 περίπου και έπειτα ως την εποχή μας, χρησιμοποιείται πλέον ευρέως σε Ευρώπη, Αμερική, Αυστραλία, και σε πολλά ανεπτυγμένα μέρη του κόσμου σε κλινικές, νοσοκομεία, ακόμα και στο σπίτι του ασθενούς.

H άρπα μαρτυρείται από το 3000 π.Χ. περίπου στην Μεσοποταμία και την Αίγυπτο σε εικονογραφικές και γλυπτικές αναπαραστάσεις. Γνωρίζουμε ότι υπήρχαν άρπες διαφόρων μεγεθών και με ηχείο αντίθετης φοράς – (κέρας) στην Αίγυπτο περίπου το 1200 π.Χ. Οι αρχαίες άρπες δεν είχαν κολόνα και προφανώς οι χορδές τους δεν τεντώνονταν πολύ στο χόρδισμα.

Άρπα έπαιζαν στις προιστορικές Κυκλάδες. Ο μαρμάρινος μικρός «Αρπιστής» (περ. 2600 π.χ.), – σπανιο δείγμα άρπας με πλαίσιο (κολώνα),- ενα εμβληματικό αγαλματίδιο αυτού του πολιτισμού, βρέθηκε στην Κέρο – (Μικρες Κυκλαδες).

Στην Αρχαία Ελλάδα και στην Ρώμη έχουμε διαφορετικά είδη Λύρας. Στους αρχαίους συγγραφείς, ποιητές και θεωρητικούς της Μουσικής, αναφορικά: ο Πλάτωνας, ο Πυθαγόρας, ο Αριστοτέλης, ο Πλούταρχος, ο Σενέκας, ο Νικόμαχος, και άλλοι, Το Λεξικό του Σουΐδα, απαντούν ως κίθαρις, βάρβιτος, φóρμιγξ, χέλυς και Πολύχορδα, της οικογένειας του ψαλτηρίου δηλ. Κινύρας – άρπα που διέθετε ηχείο αντίθετης φοράς – που είχαν πάντα μεγάλο αριθμό χορδών (μέχρι σαράντα): ο φοίνιξ, η πήκτις, η μάγαδις, η σαμβύκη, το τρίγωνον, ο κλεψίαμβος, ο (σ)κινδαψός και το εννεάχορδον κλπ.

Η φόρμιγξ ήταν η μεγαλύτερη από τις λύρες με ήχο σιγανό και απαλό και συνεπώς πιο ευαίσθητο από τον ήχο της Κινύρας. Η Κινύρα, Κυπριακής και Φοινικικής προέλευσης, είχε ογκωδέστερο ηχείο και θεωρούνταν όργανο βαρβαρικό, εξαιτίας της μεγάλης έντασης του ήχου της. Οι Έλληνες θεωρούσαν ότι όσο πιο καλλιεργημένο και ευαίσθητο είναι το μουσικό αισθητήριο, τόσο λιγότερο επιζητά την ένταση σαν στοιχείο μουσικής εκφράσεως.

Στην Μεσοποταμία και την Εγγύς Ανατολή είχαν οριζόντιες άρπες – μέχρι το 600 μ.Χ. και στην Ινδία ως το 800 μ.Χ., όπως και σε σχήμα τόξου και γωνιόσχημες ως τον 19ο αιώνα στην Περσία.

Στην σημερινή άρπα με πλαίσιο, η κολόνα συνδέει το μπροστινό άκρο του «λαιμού» με εκείνο του ηχείου, και πρέπει να εμφανίστηκε στην Ευρώπη τον 9ο μ.Χ. αιώνα. Η απώτατη καταγωγή της δεν είναι βέβαιη, αλλά είδε εξέλιξη στον 10ο και 11ο αι μ.χ. Οι μεσαιωνικές άρπες είχαν μεταλλικές χορδές, και το τυπικό τους γνώρισμα ήταν οι κολόνες που σχημάτιζαν καμπύλη προς τα έξω και κουρδίζονταν διατονικά (επτά φθόγγοι στην οκτάβα). Από τον 12ο αιώνα ξεχωρίζουν η ιρλανδική και η ευρωπαϊκή άρπα. Στα τέλη του 14ου αιώνα επικράτησε η ‘Γοτθική άρπα’, με λεπτό «λαιμό», στενότερο και με λεπτά τοιχώματα ηχείο και κολόνα σχεδόν ίσια. Περί το 1500 και ίσως παλαιότερα χρησιμοποιούσαν χορδές εντέρινες που νύσσονταν με τις άκρες των δακτύλων. Αυτή η απλή παλιά άρπα του 16ου αιώνα διατηρείται στις λαϊκές άρπες της Λατινικής Αμερικής που έφεραν εκεί οι Ισπανοί. Οι Ινδιάνοι παίζουν σ’ αυτές ζωηρή χορευτική μουσική.

Από τον 17ο αιώνα η άρπα πλουτίζεται βαθμιαία με μηχανισμό, προκειμένου να αποκτήσει τους χρωματικούς φθόγγους που απαιτούσαν οι αλλαγές στην τεχνοτροπία της μπαρόκ μουσικής. Κατασκευαστές οργάνων στην Αυστρία τότε, τοποθέτησαν επάνω στον «λαιμό», κοντά στις χορδές έναν αριθμό από άγκιστρα. Όποτε ο εκτελεστής ήθελε να οξύνει το τονικό ύψος κατά ένα ημιτόνιο, τα έστριβε με το αριστερό χέρι. Ωστόσο με την συνεχή εξέλιξη των τεχνοτροπιών στην μουσικη, ακόμα και αυτές οι άρπες κρίθηκαν ως περιορισμένων δυνατοτήτων. Έτσι το 1720, ο Jacob Hochbrucker συνέδεσε τα άγκιστρα με μια σειρά μοχλών τοποθετημένων μέσα στην κολόνα, η οποία έκτοτε παράγονταν κούφια) και ελεγχόμενων από επτά πεντάλ που αντιστοιχούσαν στις επτά νότες – (Άρπα μονής κίνησης, δηλ. πιέζοντας τα πεντάλ είχαμε μονή όξυνση φθόγγων).

Ο Georges Cousineau τo 1750 και ο Sébastien Érard το 1792 και εν συνεχεία το 1810, προσέθεσαν περαιτέρω τεχνικές καινοτομίες που καθιέρωσαν τη νεότερη μορφή της άρπας – (Άρπα διπλής κίνησης, δηλ. πιέζοντας τα πεντάλ είχαμε διπλή όξυνση φθόγγων). Οι τονικές και τεχνικές δυνατότητες της νεότερης άρπας, ιδίως τα συναρπαστικά της γκλισάντι (Ιταλικός όρος : glissando – κυλώ) και οι μυστηριώδεις αρμονικοί της τόνοι την καθιστούν ιδιαίτερα αποτελεσματική σε ιμπρεσιονιστική μουσική (Impression – Εντύπωσις). Το εκτεταμένο, ιδιαίτερα μελωδικό ρεπερτόριο της ως οργάνου σόλο ή εντός σχηματισμών μουσικής δωματίου όπως και για την ορχήστρα, είναι κατά ένα μεγάλο μέρος νεότερο και σύγχρονο.

Roslyn Rensch, The Harp (1950)
W.H. Grattan Flood, The Story of the Harp (1905)
Hortense Panum, Stringed Instruments of the Middle Ages, αγγλική έκδοση και αναθεώρηση Jeffrey Pulver (1940)
Anthony Baines (εκδ.), Musical Instruments Through the Ages (1961)
Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα (2004 – 2005).
New Oxford History of Music / Volume 1. Ancient and Oriental Music. Oxford New York / Oxford University Press